γέφυρα

γέφῡρα ([dialect] Boeot. [full] βέφυρα Stratt.47.5), [dialect] Lacon. [full] δίφουρα Hsch., Cret. [full] δέφυρα GDI5000 ii
A b 6 ([place name] Gortyn), (used by Hom. only in Il., always in pl.):—dyke, dam,

ποταμῷ πλήθοντι ἐοικὼς χειμάρρῳ, ὅς τ' ὦκα ῥέων ἐκέδασσε γεφύρας· τὸν δ' οὔτ' ἄρ τε γέφυραι ἐεργμέναι ἰσχανόωσι Il.5.88

; cf. γεφυρόω: metaph., πολέμοιο γέφυραι, expld. by Sch.Il. as αἱ δίοδοι τῶν φαλάγγων, i. e. the open space between hostile armies, but more prob. limits of the battlefield, Il.4.371, 11.160, etc.; πόντου γ. of the Isthmus of Corinth, causeway through the sea, Pi.N.6.39, cf.I. 4(3).20; so, of the causeway between Athens and Eleusis, Carm.Pop.9; at the Euripus, Str.9.2.2.
II after Hom., in sg., bridge,

γέφυραν ζευγνύναι Hdt.4.97

, cf. 1.75 (pl.);

γ. γαῖν δυοῖν ζευκτηρίαν A. Pers.736

;

γ. λῦσαι X.An.2.4.17

;

πόρον ὑπὲρ γεφυρῶν ἄγοντες Lib. Or.11.243

; also, of a tunnel,

ὑποστείχει γ. Philostr.VA1.25

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γέφυρα — Τεχνικό έργο που εκτείνεται σε όλο το πλάτος ενός δρόμου, όταν διακόπτεται για ένα διάστημα η συνέχεια του αναχώματος, είτε εξαιτίας των εμποδίων που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν, όπως είναι για παράδειγμα τα υδάτινα ρεύματα, μία χαράδρα ή οι …   Dictionary of Greek

  • γέφυρα — η 1. κατασκευή πάνω από ποτάμια ή χαράδρες που χρησιμεύει ως πέρασμα ανθρώπων, ζώων ή οχημάτων: Κρεμαστή γέφυρα. 2. μτφ., το μέσο προσέγγισης ή ο τόπος απ όπου περνά κάποιος: Το Βυζάντιο ήταν για αιώνες η γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γέφυρα — Sp Gèfyra Ap Γέφυρα/Gefira L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • γεφύρα — γεφύ̱ρᾱ , γέφυρα b fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφύρᾳ — γεφύ̱ρᾱͅ , γέφυρα b fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέφυρα — γέφῡρα , γέφυρα b fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέφυρα — [ гефира] ουσ. в. мост …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Γέφυρα Ισθμού — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 75 μ., 192 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λουτρακίου Περαχώρας …   Dictionary of Greek

  • Γέφυρα Μπανιά — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 98 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ναυπάκτου …   Dictionary of Greek

  • Αδάμ, Γέφυρα του– — Ύφαλοι που εκτείνονται σε μήκος περίπου 30 χλμ. ανάμεσα στη ΝΑ ακτή της Ινδίας και στο νησί Σρι Λάνκα. Λέγονται και Γέφυρα του Ραμά και θεωρούνται από τις τοπικές παραδόσεις πανάρχαια υπολείμματα λιθόστρωτου δρόμου που ένωνε το νησί με την Ινδική …   Dictionary of Greek

  • Μεγάλη Γέφυρα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ., 268 κάτ.) του νομού Πιερίας. Βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Αλιάκμονα και σε απόσταση 37 χλμ. Β της Κατερίνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιγινίου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.